Μαύρα Μεσάνυχτα


Η σειρά «Μαύρα Μεσάνυχτα» είναι η πλέον αγαπημένη μου σειρά. Και αυτό, επειδή υλοποιεί κινηματογραφικά το ασύνειδο φαντασιακό της παντοδυναμίας, στο αρνητικό οριακό του άκρο (Σιλβή), με τον πλέον κωμικό τρόπο και με το αφελές υφολογικό στυλ «του παιδιού του Kohlberg, για τις επιπτώσεις…», όταν του πέφτει στο πάτωμα το βάζο με τη μαρμελάδα (Λάζαρος – Ζαν Κλωντ). Βέβαια, οι κόντρες, με τα στρατιωτάκια στα χέρια των παιδιών (Μάτσουλας κλπ), μπορεί να είναι αρκετά ανώδυνες, αλλά όχι και οι επιπτώσεις απότις παρέες που επιδιώκει κάποιος να συλλέγει (Σερέτης κλπ), γιατί «όποιος τη νύχτα περπατεί….».

Το «Εγώ» που υπηρετεί την αρχή της πραγματικότητας, κατόπιν του παροπλισμού του λόγω της ανεπανόρθωτης διαφθοράς του που οδήγησε σε υπερφίαλες ενορχηστρώσεις και την καπήλευση της εξουσίας από τους άλλους δύο (Απόστολος), ξαναβρίσκεται ολότελα αποδυναμωμένο στο πρόσωπο του Θράσου, που δεν μπορεί στο ελάχιστο να κουμαντάρει ούτε το ίδιο του το σπίτι, και εξαπολύει τους κέρβερους του ασυνειδήτου, κατά καιρούς (Ζαν Κλωντ από τη μεριά του ενορμητικού, Λάζαρος από τη μεριά του υπερεγώ), να κάνουν τη δουλειά του. Αυτή η αποδυνάμωση εκδηλώνεται έναντι ενός ενορμητικού που δεν λογοκρίνεται σχεδόν καθόλου από το συνειδητό (δεν απωθείται), ούτε κουμαντάρεται (σθεναρά) από το υπερεγώ, αφού το τελευταίο εξυπηρετεί στοιχειώδεις και ανένταχτους στο «κοινωνικό» κανόνες (Ερρίκος), ή τον υποτυπώδη κώδικα τιμής του υποκόσμου. Ο Φρόυντ έχει κάνει ένα λάθος: Η «βρωμοδουλειά» δεν έχει γίνει στο επίπεδο του ασυνειδήτου και ούτε και έχει νόημα να μιλάμε με έμφαση για κάτι τέτοιο (συνειδητό και μη συνειδητό), αφού σχεδόν τα πάντα κινούνται σε επίπεδο μη συνειδητό, αλλά επειδή η διαχείριση της πραγματικότητας από το συνειδητό τμήμα του ηγεμονικού εγώ είναι εξόχως «ελλειμματική έως και προβληματική»..